Σεισμός στην Αϊτή (7.2R) - 12 Ιανουαρίου 2010

Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του Εργαστηρίου Μελέτης και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών οργανώθηκε αποστολή για επιστημονική, τεχνική και ανθρωπιστική βοήθεια στην Αϊτή, η οποία επλήγη από σεισμό 7.2R την Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010.

 

haiti_booklet_cover_front_thumb200

Δημοσίευση με τα πρώτα επιστημονικά αποτελέσματα από το σεισμό της Αϊτής

H αποστολή είχε τους ακόλουθους στόχους:

1.      Την διερεύνηση του σεισμοτεκτονικού και γεωδυναμικού πλαισίου της πλειόσειστης περιοχής, τον εντοπισμό των σεισμικών ρηγμάτων, τον συσχετισμό με τα σεισμολογικά δεδομένα και την διερεύνηση των γεωτεχνικών χαρακτηριστικών των γεωλογικών σχηματισμών.
2.      Τον εντοπισμό και την χαρτογράφηση των συνοδών γεωδυναμικών φαινομένων και ιδιαίτερα των κατολισθήσεων, των καθιζήσεων, των ρευστοποιήσεων, των εδαφικών διαρρήξεων και των μεταθέσεων των ακτογραμμών, τα οποία παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην εκδήλωση των καταστροφών.
3.      Την διερεύνηση των αιτιών των καταστροφών στα κτίρια και στα έργα υποδομής, σε συνάρτηση με τις σεισμικές τεκτονικές παραμέτρους (απόσταση επίκεντρου, βάθος εστίας, μέγεθος σεισμού, μηχανισμό γένεσης, είδος ρήγματος, επιτάχυνση της σεισμικής κίνησης, κλπ.).
4.      Την διερεύνηση της γεωγραφικής ανάπτυξης των σεισμικών εντάσεων και τον προσδιορισμό των παραγόντων που επέδρασαν στην κατανομή.
5.      Την παροχή τεχνικής συνδρομής στους απεγκλωβισμούς και εν γένει στις διασωστικές προσπάθειες.
6.      Την συνεργασία με την αποστολή του Ο.Η.Ε. και τις ξένες αποστολές βοήθειας και την συνδρομή σε θέματα διαχείρισης της βοήθειας.
7.      Την συνεργασία για την παροχή βοήθειας με τα Υπουργεία Υποδομής και Υγείας της Αϊτής

Στην αποστολή συμμετείχαν οι Καθηγητές, Δρ. Ευθύμης Λέκκας, Καθηγητής Δυναμικής Τεκτονικής Εφαρμοσμένης Γεωλογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Δρ. Παναγιώτης Καρύδης, Ομότιμος Καθηγητής Αντισεισμικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η αποστολή διήρκησε μια εβδομάδα και τα αποτελέσματα θα παρουσιαστούν σε ειδική εκδήλωση.

Γενικά

35_000

Στις 12 Ιανουαρίου 2010 (4:53μ.μ τοπική ώρα) ισχυρός σεισμός μεγέθους (Μs) 7.2 έπληξε την Αϊτή. Το επίκεντρο του σεισμού εντοπίστηκε 20km ΔΝΔ από το κέντρο της πρωτεύουσας Port-au-Prince. Ο σεισμός είχε μικρό εστιακό βάθος (12km), εκδηλώθηκε κατά μήκος γνωστής, σεισμικά ενεργής ρηξιγενούς ζώνης διεύθυνσης Α-Δ και η σεισμική διάρρηξη διήρκησε περί τα 15 δευτερόλεπτα. Ακολούθησαν δεκάδες μετασεισμοί, οι οποίοι εκδηλώθηκαν στο δυτικό άκρο του σεισμογόνου ρήγματος, μεταξύ των οποίων ένας Μs 5.9, στις 5:00μ.μ τοπική ώρα και ένας Μs 5.5, στις 5:12μ.μ τοπική ώρα. Η μετασεισμική ακολουθία εξελίχθηκε ομαλά σε όλο το επόμενο χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβάνοντας έναν ισχυρό μετασεισμό Ms 6.1 στις 20 Ιανουαρίου.

Αμέσως μετά το σεισμό, το Κέντρο Προειδοποίησης Παλιρροϊκών Κυμάτων Βαρύτητας του Ειρηνικού (Pacific Tsunami Warning Center - PTWC), εξέδωσε σήμα για εκδήλωση θαλάσσιων σεισμικών κυμάτων (tsunamis), το οποίο αποσύρθηκε σύντομα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σεισμοτεκτονική - Γεωτεκτονική

Το σεισμικό ρήγμα που προκάλεσε τη σεισμική ακολουθία, αποτελεί τμήμα συστήματος ενεργών διαρρήξεων που εκδηλώνονται στην ευρύτερη περιοχή των ορίων της τεκτονικής πλάκας της Καραϊβικής και της πλάκας της Βόρειας Αμερικής. Οι ρηξιγενείς αυτές δομές συνδυάζουν οριζόντια ολίσθηση και σύγκλιση, της τάξης των 20mm ανά έτος. Η συνιστώσα οριζόντιας ολίσθησης οφείλεται στην προς ανατολάς κίνηση της Καραϊβικής πλάκας, σε σχέση με την αντίστοιχη της Βόρειας Αμερικής. Στη Νήσο Εσπανιόλα, η σχετική κίνηση των δύο τεκτονικών πλακών επιτυγχάνεται μέσω δύο βασικών ρηξιγενών ζωνών: (i) της Βόρειας Ρηξιγενούς Ζώνης (Septentrional Fault zone), η οποία εντοπίζεται κατά μήκος του βόρειου περιθωρίου της Νήσου και (ii) της Ρηξιγενούς Ζώνης Enriquillo-Plantain Garden (Enriquillo-Plantain Garden Fault zone), η οποία τέμνει το νότιο τμήμα του νησιού και εκτείνεται ως τη Τζαμάικα. Η χωρική κατανομή και τα γεωμετρικά, κινηματικά και δυναμικά χαρακτηριστικά της σεισμικής ακολουθίας υποδεικνύουν δραστηριοποίηση της Ρηξιγενούς Ζώνης Enriquillo-Plantain Garden (EPGFZ), η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από αριστερόστροφη οριζόντια μετατόπιση των εκατέρωθεν τεμαχών της.

Αν και η ρηξιγενής ζώνη Enriquillo-Plantain Garden (EPGFZ) δεν έχει προκαλέσει μεγάλο σεισμό εδώ και αρκετές δεκαετίες, πρόσφατες μετρήσεις GPS έδειχναν μετακινήσεις της τάξης των 8mm ανά έτος κατά μήκος της, αποδεικνύοντας τον τεκτονικά ενεργό χαρακτήρα της. Η EPGFZ στο παρελθόν εκδήλωσε αρκετούς ιστορικούς σεισμούς στη Νήσο Εσπανιόλα, όπως οι σεισμοί του 1615, 1673, 1684, 1691, 1751, 1761, 1770 και 1860. Το σεισμικό γεγονός του 1770 αναφέρεται ως "ο σεισμός του Port-au-Prince" και εκτιμάται ότι εκδηλώθηκε κατά μήκος του ίδιου ρήγματος με αυτό του σεισμού της 12ης Ιανουαρίου, με μεγαλύτερες όμως επιφανειακές διαρρήξεις και υπολογιζόμενο μέγεθος (Μ) 7.5.

Ο σεισμός της 12ης Ιανουαρίου 2010 προκλήθηκε από ρήγμα μήκους 36 km, γενικής διεύθυνσης Α-Δ, τμήμα της EPGFZ και η ολίσθηση κατά μήκος του προκάλεσε σημαντικές μεταβολές στο εντατικό πεδίο. Οι απότομες αλλαγές τάσεων σε ένα ρήγμα μετά από ένα σεισμό, είναι δυνατό να επηρεάσουν μικρότερα ρήγματα σε απόσταση μέχρι και διπλάσια του μήκους του σεισμογόνου ρήγματος και να προκαλέσουν αύξηση ή μείωση της πιθανότητας μελλοντικής τους διάρρηξής.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το σεισμικό γεγονός ενεργοποίησε και γειτονικά, παράλληλα και μη ενιαία τμήματα ρηγμάτων και στις δύο άκρες του σεισμογόνου ρήγματος, ενώ η μετασεισμική ακολουθία στο δυτικό τμήμα της διάρρηξης επιβεβαίωσε αυτές τις εκτιμήσεις.

Είναι πολύ πιθανό, το σύνολο των ιστορικών σεισμών της EPGFZ να συνδέεται με φαινόμενα συσσώρευσης τάσεων μετά από μεγάλα σεισμικά γεγονότα του παρελθόντος. Πρόσφατες έρευνες (ΜΑΝΑΚΕR et al, 2008) αποδίδουν με αρκετή βεβαιότητα τους ιστορικούς σεισμούς του 1770 και του 1751 σε φαινόμενα συσσώρευσης τάσεων εξαιτίας της σχετικά μικρής χωρικής και χρονικής κατανομής τους. Με αποδοχή αυτής της ερμηνείας αυξάνεται η πιθανότητα εκδήλωσης μελλοντικών σεισμικών γεγονότων και στα δύο άκρα του ρήγματος, αν και δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν χρονικά.

Από την έρευνα πεδίου επιβεβαιώθηκε ότι η ρηξιγενής ζώνη Enriquillo-Plantain Garden είναι αυτή που ενεργοποιήθηκε και προκάλεσε τον σεισμό της 12ης Ιανουαρίου. Από τα δυτικά η ρηξιγενής ζώνη, στο χερσαίο τμήμα, διέρχεται από την παράκτια περιοχή νότια της πόλης Leogane, ακολουθεί με διεύθυνση Δ-Α την κοίτη του ποταμού Momance και στη συνέχεια την κοίτη του ποταμού Froide, νότια της πρωτεύουσας Port-au-Prince. Προς τα ανατολικά, ακολουθεί τις βόρειες υπώρειες του Massif de la Selle προς την πεδιάδα Cul-de-Sac, εισέρχεται στη λίμνη Azuel και τέλος καταλήγει στη λίμνη Enriquillo. Προς τα νοτιοανατολικά, ένα άλλο τμήμα της ρηξιγενούς ζώνης, το οποίο φαίνεται να μην ενεργοποιήθηκε, κάμπτεται και αποκτά νοτιοανατολική διεύθυνση προς τον κόλπο Neiba. Κατά μήκος της χερσαίας εμφάνισής της, το τμήμα της EPGFZ που ενεργοποιήθηκε έχει προκαλέσει καθοριστικές αλλαγές στο υδρογραφικό δίκτυο με : (i) εγκλωβισμό κλάδων κατά θέσεις (ii) συστηματικές αλλαγές στη διεύθυνση των ρεμάτων του (iii) ασύμμετρη κατανομή των κλάδων του στα εκατέρωθεν ρηξιτεμάχη και (iv) μεγάλες μορφολογικές διαφοροποιήσεις.

Τα πλέον όμως εντυπωσιακά φαινόμενα παρατηρήθηκαν στις λίμνες Azuel και Enriquillo, στις οποίες τα νότια τμήματα των ακτογραμμών τους έχουν βυθιστεί κατά θέσεις έως και 80cm με αποτέλεσμα τα νερά να έχουν κατακλύσει το παραλίμνιο οδικό δίκτυο, τα υφιστάμενα έργα υποδομής και τις εγκαταστάσεις του μεθοριακού σταθμού στα σύνορα της Αϊτής και της Δομινικανής Δημοκρατίας.

H καταβύθιση της περιοχής είναι έντονα αντιληπτή από τα δέντρα και τις καλλιέργειες που προβάλλουν πλέον μέσα από την επιφάνεια των λιμνών.

Τα φαινόμενα καταβύθισης εντοπίζονται γεωγραφικά στο νότιο τμήμα των παραπάνω λιμνών, όπως και στη νότια παραλίμνια περιοχή. Η περιοχή αυτή, αντιστοιχεί στο νότιο ρηξιτέμαχος της ρηξιγενούς ζώνης, που κινήθηκε καθοδικά τουλάχιστον 120mm σε σχέση με το αντίστοιχο βόρεια. Αντίθετα η οριζόντια συνιστώσα ολίσθησης δεν μπορεί να εκτιμηθεί, εξαιτίας της απουσίας επαρκών κινηματικών δεικτών. Με δεδομένα ότι στην περιοχή των λιμνών: (i) η EPGFZ κάμπτεται από διεύθυνση Δ-Α σε ΒΔ-ΝΑ και (ii) εμφανίζεται κατά κύριο λόγο μόνο κατακόρυφη συνιστώσα μετακίνησης, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη περιοχή αντιστοιχεί σε ένα μικρό ρηξιτέμαχος με τα χαρακτηριστικά εκτατικοδιατμητικής λεκάνης (pull-apart basin).

 

Συνοδά Γεωδυναμικά Φαινόμενα

Κατά τη διάρκεια του σεισμού της 12ης Ιανουαρίου 2010 εκδηλώθηκαν εκτεταμένες ρευστοποιήσεις και πλευρικές επεκτάσεις, καθώς και μεγάλης κλίμακας κατολισθήσεις, οι οποίες προκάλεσαν σημαντική αύξηση στον αριθμό των απωλειών ανθρώπινων ζωών και των υλικών ζημιών.
 
Οι ρευστοποιήσεις, συνήθως εκδηλώνονται σε χαλαρά λεπτόκοκκα ιζήματα με παρουσία νερού όταν υποβληθούν σε επαναλαμβανόμενες δυναμικές φορτίσεις κατά τη διάρκεια των σεισμικών δονήσεων, οπότε το νερό που βρίσκεται στα κενά του υλικού, ασκεί πιέσεις, οι οποίες μειώνουν την τριβή και έτσι προσωρινά μειώνεται η διατμητική τους αντοχή και συμπεριφέρονται ως βαρέα υγρά. Οι περισσότερες ρευστοποιήσεις σημειώθηκαν στις επίπεδες περιοχές του Port-au-Prince και σε περιοχές με υλικά προσχώσεων. Από τις επί τόπου έρευνες προέκυψε ότι εκτεταμένα φαινόμενα ρευστοποιήσεων, καθιζήσεων και πλευρικών παραμορφώσεων εκδηλώθηκαν σε περιοχές του λιμένος καταστρέφοντας υποδομές, προβλήτες και ανατρέποντας γερανούς φόρτωσης στις προβλήτες  Τα ανωτέρω συνέβαλαν δραματικά στη δυσκολία μεταφοράς ανθρωπιστικής βοήθειας στην περιοχή. Από τις επί τόπου έρευνες, αποδείχθηκε ότι το φαινόμενο της ρευστοποίησης ξεκίνησε κατά τα αρχικά στάδια του σεισμικού κραδασμού, προτού καν δημιουργηθούν οι εδαφικές βλάβες και συνεχίστηκε και μετά την ολοκλήρωσή τους.
 
Στο νότιο τμήμα του Port-au-Prince, κοντά στη EPGFZ, ο οικιστικός ιστός έχει αναπτυχθεί σε αποψιλωμένες εκτάσεις και σε περιοχές αυξημένων μορφολογικών κλίσεων με γενική μορφολογική διεύθυνση προς τα βόρεια. Από τις επί τόπου έρευνες, διαπιστώθηκαν εκτεταμένα κατολισθητικά φαινόμενα σε επιφανειακούς κυρίως σχηματισμούς, που οφείλονται σε έντονα φαινόμενα αποσάθρωσης και διάβρωσης. Από τη μετακίνηση παρασύρθηκαν όχι μόνο μεμονωμένες κατασκευές όσο και ολόκληρες συνοικίες, με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξηθεί δραματικά. Από τις εν λόγω κατολισθήσεις, οι προς τα κατάντη ευρισκόμενοι δρόμοι απομονώθηκαν, με αποτέλεσμα η πρόσβαση για άμεση παροχή βοήθειας να είναι αδύνατη.

 

Επιπτώσεις

Οι ανθρώπινες απώλειες από τον σεισμό της Αϊτής υπερβαίνουν τις 200.000 (με πιθανό όριο τις 300.000), όπως ανακοινώθηκε στις 19 Ιανουαρίου από τον PAΗΟ (Pan American Health Organization) με αδρές εκτιμήσεις των δεδομένων του από τις πρώτες 5 ημέρες μετά τον σεισμό. Ο αριθμός των νεκρών ενδέχεται να αυξηθεί εξαιτίας της ύπαρξης υψηλής επικινδυνότητας εκδήλωσης επιδημικών εκρήξεων και επιδημιών στις συνθήκες υγειονομικές συνθήκες της περιοχής. Ειδικότερα παρατηρείται έλλειψη πόσιμου νερού και τροφίμων, διαβίωση της πλειονότητας του πληθυσμού στην ύπαιθρο ή σε πρόχειρους καταυλισμούς με έλλειψη συνθηκών υγιεινής, καθυστέρηση της συλλογής των σωρών των θυμάτων και του ενταφιασμού τους, ανύπαρκτες υποδομές δημόσιας υγείας  και περιορισμένη πρόσβαση του πληθυσμού σε κέντρα ιατρικής περίθαλψης. Στις 20 Ιανουαρίου εξειδικευμένες επιστημονικές ομάδες εκτίμησαν το ρυθμό θανάτων σε 2.000 ανθρώπους ανά ημέρα εξαιτίας της έλλειψης ιατρικής φροντίδας και των μειωμένων δυνατοτήτων του ιατρικού προσωπικού να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες ιατρικές πράξεις και επεμβάσεις.

Οι πρώτες εκτιμήσεις των επιπτώσεων στηρίχθηκαν στη επεξεργασία δεδομένων, τα οποία αφορούσαν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού, τη γεωγραφική κατανομή των συνοδών γεωδυναμικών φαινομένων, τα στοιχεία των σεισμικών εντάσεων και τις παραμέτρους των πρακτικών οικοδόμησης που εφαρμόζονται στην Αϊτή. Ειδικότερα, οι ανθρώπινες απώλειες εκτιμήθηκαν συνδυάζοντας: (i) πληθυσμιακό κάναβο 1km (βασισμένο στο LandScanTM 2005 Global Population Database) ο οποίος μετατράπηκε με κατάλληλη κλίμακα ούτως ώστε να αντιστοιχεί στο σημερινό πληθυσμό, βάσει του Παγκόσμιου Δικτύου Ανάπτυξης του ΟΗΕ (UNDP) και (ii) την τροποποιημένη κλίμακα σεισμικών εντάσεων Mercalli (ΜΜΙ), η οποία δημοσιεύθηκε από το USGS ShakeMap την επόμενη ημέρα του σεισμού. Η σεισμική τρωτότητα των κτιρίων εκτιμήθηκε ως υψηλή, με κατασκευές επιδεκτικές σε καταρρεύσεις.

Ο πληθυσμός που επλήγη από το σεισμό σε πρωτογενές επίπεδο εκτιμάται σε περίπου 3,0×106 άτομα, επί συνόλου κατοίκων στη μείζονα περιοχή της πρωτεύουσας περί τα 4.0×106, ενώ η επιφάνεια της πλειόσειστης περιοχής που επλήγη με σημαντικές βλάβες (I ≥ VII) εκτιμάται σε 40×15km2.

Οι άστεγοι της πρώτης εβδομάδας εκτιμώνται ότι ανήλθαν σε περίπου 2.5×106 άτομα. Τα άτομα αυτά κατέλυσαν στα πεζοδρόμια και σε κεντρικούς δρόμους, διότι από εκεί μπορούσαν να περάσουν τα ελάχιστα φορτηγά με φαγητό και νερό. Όπου η βοήθεια μοιράζονταν από σταθμευμένα φορτηγά αυτοκίνητα, ή ελικόπτερα σε σταθερά σημεία, σημειώνονταν τραυματισμοί και απώλειες ζωών.

Τελικά, μικρό ποσοστό της βοήθειας αυτής έφθασε σ' αυτούς που είχαν ανάγκη. Άτομα που κατόρθωσαν με κίνδυνο της ζωής τους να αρπάξουν μια σχετικά σημαντική ποσότητα τροφής (π.χ. ένα τσουβάλι σιτάρι, ρύζι, καλαμπόκι, κ.α.), δεν μπόρεσαν να φθάσουν στον προορισμό τους.

Η διανομή των εφοδίων στους πληγέντες χρειάζονταν οργάνωση. Τα προϊόντα έφθαναν αλλά έπρεπε και να διανεμηθούν σε ολόκληρη την έκταση της πόλης και των περιχώρων. Υπήρχαν περιοχές δύσβατες, οι οποίες επί πλέον είχαν αποκλειστεί από τις κατολισθήσεις του εδάφους και τις καταρρεύσεις των κτιρίων.

Στα πεζοδρόμια υπήρχαν νεκρά σώματα σε αρχόμενη αποσύνθεση, σκουπίδια και περιττώματα ανθρώπων μαζί με άστεγους που ζητούσαν πάσης φύσεως βοήθεια, ορφανά παιδιά ημίγυμνα και ξυπόλυτα να παίζουν και να τρέχουν αδέσποτα, μαζί με διάφορα ζώα. Άτομα τραυματισμένα χωρίς ιατρική βοήθεια και άτομα που μόλις είχαν διασωθεί από τα ερείπια γεμάτα κίτρινη σκόνη. Εκεί αισθανόταν κανείς ότι τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου είναι δυσδιάκριτα.

Στα ίδια πεζοδρόμια και σε πολύ μεγάλη έκταση και πυκνότητα έβλεπε κανείς αυτοσχέδιους μικροπωλητές να πωλούν ό,τι μπορούσε κανείς να φανταστεί, όπως π.χ. μερικά πιάτα, κάποια κουζινικά, λίγα παλιά - μαραμένα φρούτα και χορταρικά, λίγα κάρβουνα, κομματάκια κρέας που επωλούντο χωρίς ζυγαριά κ.λπ.

Η ακριβής εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων του σεισμού της Αϊτής είναι δύσκολη εξαιτίας της έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων για τις επιπτώσεις στο σύνολο των υποδομών, στις περιουσίες των κατοίκων και τους παραγωγικούς πόρους της χώρας. Εκτιμάται ότι οι συνολικές οικονομικές απώλειες ανέρχονται σε περίπου 7 δισεκατομμύρια δολάρια.

 

Διαχείριση της Καταστροφής - Συμμετοχή της Διεθνούς Κοινότητας

Για τη διαχείριση της καταστροφής, η οποία προκλήθηκε από τον σεισμό των (Μs) 7.2 της 12ης Ιανουαρίου 2010, απαιτήθηκε διαφοροποίηση και προσαρμογή των ενεργειών ανταπόκρισης από τις αντίστοιχες ενέργειες και δράσεις (ΛΕΚΚΑΣ και συν, 2007) οι οποίες εφαρμόζονται διεθνώς σε μεγάλης κλίμακας καταστροφές και καταστάσεις σύνθετης έκτακτης ανάγκης (Complex emergencies). Στη διαχείριση καταστροφών οι οποίες απαιτούν τη συμβολή της διεθνούς κοινότητας, ο συντονισμός των ενεργειών είναι αρμοδιότητα της κυβέρνησης της πληγείσας χώρας σε συνεργασία με τους εκπροσώπους του ΟΗΕ. Ο σεισμός της Αϊτής είναι η μοναδική φυσική καταστροφή στην οποία το συντονισμό των ενεργειών διαχείρισης αναλαμβάνουν στρατιωτικές δυνάμεις άλλης χώρας ενώ προϋπάρχει ειρηνευτική και ανθρωπιστική δραστηριοποίηση και παρουσία του ΟΗΕ. Οι συνθήκες οι οποίες προϋπήρχαν της εκδήλωσης του σεισμού στην Αϊτή και συνέβαλαν στην ανάπτυξη κατάστασης σύνθετης έκτακτης ανάγκης είναι οι ακόλουθες:

  • Έλλειψη λειτουργικών διοικητικών δομών, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης πολιτικής αστάθειας με συχνή εναλλαγή κυβερνήσεων, των κοινωνικών αναταραχών και της διαφθοράς και αναποτελεσματικότητας των διοικητικών αρχών.
  • Πολύ κακή οικονομία της χώρας με ΑΕΠ της τάξης των 11,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, η οποία την κατατάσσει στις φτωχές χώρες με ανύπαρκτους πόρους, τόσο για δαπάνες στην πρόληψη των καταστροφών όσο και για λειτουργικές και ασφαλείς υποδομές στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, της υγείας και της παιδείας.
  • Απουσία υποτυπώδους χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και ειδικότερα, έλλειψη σχεδίων χρήσεων γης, πολεοδομικά σχέδια και κανονισμοί ασφαλούς ανοικοδόμησης με αποτέλεσμα να παρατηρείται άναρχος πυκνός πολεοδομικός ιστός σε περιοχές με αυξημένη επικινδυνότητα και τρωτότητα στους φυσικούς κινδύνους.
  • Απουσία σχεδιασμού για ενέργειες διαχείρισης καταστροφών σε όλα τα στάδια προ-καταστροφικό, συν-καταστροφικό και μετα-καταστροφικό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να μην υπάρχει ο κατάλληλος μηχανολογικός εξοπλισμός (γερανοί, γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος, προβολείς, μηχανικοί γρύλλοι, ανυψωτήρες, κ.τ.λ.), αλλά ούτε να ενεργοποιηθούν ιδιωτικές κατασκευαστικές εταιρείες που διαθέτουν τέτοιου είδους εξοπλισμό. Επίσης, δεν αναλήφθηκε η οποιαδήποτε πρωτοβουλία για ενημέρωση και ψυχολογική στήριξη των πληγέντων (περί τα 3εκ.) που βρέθηκαν κυριολεκτικά στο δρόμο.
  • Δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης του πληθυσμού, έλλειψη αγαθών πρώτης ανάγκης, αυξημένη εγκληματικότητα και μεγάλη πληθυσμιακή συγκέντρωση σε συγκεκριμένες περιοχές.
  • Οι καιρικές συνθήκες που επικράτησαν κατά την αμέσως μετα-καταστροφική περίοδο ήταν θετικές μεν για τους άστεγους και απροστάτευτους εκτεθειμένους στη φύση πολίτες, (28 έως 300C), αρνητικές όμως λόγω ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη ασθενειών, τον πολλαπλασιασμό των ερπετών κ.λπ.

Με την εκδήλωση του σεισμού οι προϋπάρχουσες συνθήκες διαμόρφωσαν μία κατάσταση σύνθετης έκτακτης ανάγκης με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Φυσική και λειτουργική κατάρρευση του διοικητικού συστήματος για την διαχείριση της έκτακτης ανάγκης. Η καταστροφή των δημόσιων κτιρίων, με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα την κατάρρευση του Προεδρικού μεγάρου, οι απώλειες κυβερνητικών στελεχών και η καταστροφή των υποδομών και του εξοπλισμού του μηχανισμού ανταπόκρισης κατέστησαν αναποτελεσματική τη διαδικασία άμεσης αντιμετώπισης.
  • Κατάρρευση του κτιρίου του Ο.Η.Ε. με απώλεια μεγάλου αριθμού στελεχών του και καταστροφή του υπάρχοντος εξοπλισμού. Οι επιπτώσεις αυτές κατέστησαν αδύνατη την άμεση συμμετοχή και δραστηριοποίηση των διεθνών φορέων, οι οποίοι είχαν πριν το σεισμό παρουσία και ενεργή συμμετοχή στην ομαλή λειτουργία του κράτους και σε ανθρωπιστικές και αναπτυξιακές αποστολές.
  • Καταστροφή των υποδομών μεταφοράς και των γραμμών εισόδου στη χώρα με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η πρόσβαση τις πρώτες κρίσιμες ώρες και ημέρες. Ειδικότερα το διεθνές αεροδρόμιο ετέθη εκτός λειτουργίας εξαιτίας σημαντικών βλαβών στο κεντρικό κτίριο και τον πύργο ελέγχου. Την επαναλειτουργία και τον επιχειρησιακό έλεγχο του αεροδρομίου ανέλαβαν από τις 15 Ιανουαρίου στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ οι οποίες επέτρεπαν τη χρησιμοποίησή του μόνο από αμερικανικά στρατιωτικά αεροπλάνα. Το λιμάνι του Port-au-Prince υπέστη σημαντικές βλάβες από φαινόμενα ρευστοποιήσεων και πλευρικών παραμορφώσεων, καθιστώντας ιδιαίτερα επικίνδυνη την προσέγγιση πλωτών μέσων για τον ανεφοδιασμό της χώρας και την παροχή της διεθνούς ιατρικής και ανθρωπιστικής βοήθειας. Όπως μας αναφέρθηκε από βατραχανθρώπους που διερεύνησαν την προκυμαία, το ωφέλιμο βάθος από τον κρηπιδότοιχο ήταν περί το 1,60m, ενώ κάτω απ' αυτό υπήρχε θεμέλιο από οπλισμένο σκυρόδεμα. Περιορισμένη χρήση του λιμανιού έγινε μετά τις 22 Ιανουαρίου, 10 ημέρες δηλαδή μετά το σεισμικό γεγονός. Επίσης η οδική σύνδεση της χώρας με τον Άγιο Δομίνικο, ο οποίος διέθετε λειτουργικά αεροδρόμια και λιμάνια, διακόπηκε τις δύο πρώτες ημέρες εξαιτίας των σοβαρών ζημιών στα κτίρια των συνοριακών φυλακίων δύο χωρών από τη διέλευση της ρηξιγενούς ζώνης Enriquillo-Plantain Garden. Ο οδικός άξονας στη συνοριακή περιοχή καταστράφηκε για απόσταση περίπου 2km εξαιτίας της κάλυψής του από τα νερά των παρακείμενων λιμνών και επαναλειτούργησε μετά από πρόχειρη αποκατάσταση με επιχωμάτωση από αποσαθρωμένα υλικά ανθρακικών σχηματισμών (χονδρόκοκκο αμμοχάλικο) τα οποία δομούν τα πρανή της περιοχής.
  • Μεγάλος αριθμός θέσεων για επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, αυξημένες ανάγκες σε ιατροφαρμακευτικό υλικό με πολύ μεγάλο αριθμό τραυματιών δημιουργώντας συνθήκες υπερφόρτωσης των ελάχιστων λειτουργικών μονάδων υγείας.
  • Αυξημένες ανάγκες σε πόσιμο νερό, τρόφιμα και καταυλισμούς για τη στέγαση του πληθυσμού οι οποίες προκάλεσαν συνθήκες λιμού.
  • Ανεπάρκεια στη διαχείριση των πτωμάτων, η συλλογή των οποίων ήταν αργή, δεν υπήρχε διαδικασία αναγνώρισης και παρέμεναν αρκετές ημέρες εκτεθειμένα στην πληγείσα περιοχή μέχρι να ενταφιαστούν ομαδικά.
  • Πλήρης έλλειψη συνθηκών υγιεινής και ανεπάρκεια των υποδομών υγείας να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών υγείας.
  • Έλλειψη συντονισμού των ενεργειών με αποτέλεσμα τη συσσώρευση της ανθρωπιστικής βοήθειας στο αεροδρόμιο του Port-au-Prince και την καθυστέρηση των διεθνών αποστολών να αναπτύξουν δράσεις.
  • Κοινωνικές αναταραχές με αύξηση της εγκληματικότητας, η οποία εκδηλώθηκε με λεηλασίες, κλοπές, πυροβολισμούς, δολοφονικές επιθέσεις, εμπρησμούς, απαγωγές ανηλίκων και επιθέσεις στις ομάδες έρευνας και διάσωσης και τις ανθρωπιστικές αποστολές.

Οι συνθήκες αυτές κατέστησαν δύσκολη έως αδύνατη την άμεση πρόσβαση και συμμετοχή των φορέων της διεθνούς κοινότητας στη διαχείριση της καταστροφής, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις στον ανθρώπινο πληθυσμό να είναι ιδιαίτερα δυσμενείς. Σχετική ομαλοποίηση της κατάστασης και συντονισμός των απαιτούμενων ενεργειών επιτεύχθηκε μετά τις 27 Ιανουαρίου όταν τα μέλη του ΟΗΕ και οι στρατιωτικές δυνάμεις των Η.Π.Α. κατέστησαν ικανή τη διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι ανάγκες των πολιτών συνεχώς αυξάνονται, περισσότερο από την προσφερόμενη στο πεδίο βοήθεια.

 

Δημοσιεύσεις στον Τύπο

0449  Αϊτή, ένα χρόνο μετά την καταστροφή: ένας θλιβερός απολογισμός
0448 Ένα χρόνο μετά τον καταστροφικό σεισμό
0447  Περιδιαβαίνοντας τη χώρα των δακρύων
0443 Το Πανεπιστήμιο Αθηνών συμπαρίσταται με το επιστημονικό δυναμικό του στο δράμα της Αϊτής

0442

 Το δράμα της Αϊτής

0437

"Μαθήματα" για την Ελλάδα από την ισοπεδωμενη Αϊτή

0436

500 φορές ισχυρότερος ο σεισμός της Αϊτής από αυτόν της Πάρνηθας

 

Φωτογραφικό Υλικό